Τα παιδιά κατακτούν την ομιλία και το μεγαλύτερο μέρος των γλωσσικών τους δεξιοτήτων κατά τα έξι πρώτα χρόνια της ζωής τους. Επιπλέον, πολλά παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο γίνονται  ικανοί χρήστες σε παραπάνω από μία γλώσσες.

Δίγλωσσο είναι το παιδί το οποίο κατά την κρίσιμη για την κατάκτηση της γλώσσας ηλικία ( 0 έως 5 ετών) αναπτύσσει την ικανότητα να χειρίζεται αντιληπτικά και εκφραστικά δύο γλώσσες ταυτόχρονα.

Ένα μωρό μόλις λίγων ημερών είναι σε θέση να διακρίνει τους ήχους της κάθε γλώσσας. Ακόμη, από πολύ νωρίς μαθαίνει να ξεχωρίζει τις γλώσσες μεταξύ τους.

Επιπλέον, τα παιδιά κατακτούν την πρώτη αλλά και την δεύτερη γλώσσα πολύ γρήγορα. Όσον αφορά στην δεύτερη γλώσσα η κατάκτηση  της πραγματοποιείται πιο εύκολα όταν το παιδί εκτεθεί σε αυτήν μέχρι τα 3 χρόνια, καθώς έχει την μέγιστη ικανότητα για αποθήκευση και διατήρηση των ερεθισμάτων- πληροφοριών.  Τα δίγλωσσα παιδιά εναλλάσσουν και συνδυάζουν μεταξύ τους τις γλώσσες (λεξιλόγιο και γραμματικούς κανόνες) κατά την αυθόρμητη ομιλία τους , κυρίως μέχρι τα 3 χρόνια.

Σύμφωνα με πρόσφατα καταγεγραμμένα στοιχεία, το ποσοστό των δίγλωσσων παιδιών στην Ελλάδα ξεπερνάει το 10% του συνολικού μαθητικού πληθυσμού. Σχεδόν σε κάθε σχολική τάξη φοιτούν 1-4 δίγλωσσα παιδιά που έχουν ως πρώτη/μητρική γλώσσα (κυρίως την αλβανική, ρωσική, τουρκική, ρομά). Το σύνολο των δίγλωσσων μαθητών υπολογιζόταν το 2002-03 στις 96.526 , ενώ η πρώτη γλώσσα που μιλάνε τα παιδιά αυτά στο σπίτι τους, καλύπτει ένα πολύ ευρύ φάσμα.

Ένας σημαντικός αριθμός παιδιών μπορεί να παρουσιάζει δυσκολίες στις δεξιότητες του λόγου και της ομιλίας, ανεξαρτήτως του αριθμού των γλωσσών στις οποίες έχουν εκτεθεί. Οι γονείς που μεγαλώνουν δίγλωσσα παιδιά, συχνά ανησυχούν για πιθανές αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να προκαλέσει η διγλωσσία στην ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων τους ή ακόμα και στην ακαδημαϊκή τους πρόοδο . Στην πραγματικότητα, τα δίγλωσσα παιδιά αναπτύσσουν τις ίδιες γλωσσικές ικανότητες όπως όλα τα άλλα παιδιά.

Το ποιες θα είναι οι γλωσσικές τους ικανότητες θα εξαρτηθεί από τα ερεθίσματα που θα δεχτούν από την κάθε γλώσσα σε ποιοτικό και ποσοτικό επίπεδο.

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν τα τυπικά στάδια φυσιολογικής γλωσσικής ανάπτυξης ,αρχίζοντας  να λένε τις πρώτες λέξεις περίπου ενός έτους , ενώ 2 ετών τα περισσότερα χρησιμοποιούν φράσεις δύο λέξεων.

Επομένως, η διγλωσσία δεν προκαλεί προβλήματα στην ανάπτυξη του  λόγου και της ομιλίας. Τα προβλήματα εμφανίζονται είτε το παιδί μιλάει μία είτε δύο γλώσσες και είναι σημαντική σ’ ότι αφορά στη κατανόηση των διαταραχών του λόγου σε δίγλωσσα /πολύγλωσσα παιδιά η διαπίστωση ίδιων ή παρόμοιων δυσκολιών και στις δυο γλώσσες του παιδιού.( Β. Τριάρχη-Herrmann, Πολύγλωσσα παιδιά: Η αγωγή τους στην οικογένεια και στο σχολείο, Εκδόσεις Αδερφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2005)bbccbc

Έχει μεγάλη σημασία  ο κάθε γονέας που μεγαλώνει ένα δίγλωσσο παιδί, να επικοινωνεί μαζί του στην δική του μητρική γλώσσα, δηλαδή στην γλώσσα την οποία χειρίζεται άριστα. Το να μιλά «σπαστά» ελληνικά  μια μητέρα από την Ρωσία στο παιδάκι της , του προκαλεί σύγχυση και γλωσσική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα αν ένα παιδάκι αντιμετωπίζει κάποια διαταραχή λόγου. Πρέπει, ο κάθε γονέας να μιλά στο παιδί στην μητρική του γλώσσα, ενώ μεταξύ τους οι δύο γονείς να επικοινωνούν σταθερά σε μία από τις δύο γλώσσες .

Ακόμη, εάν ένα δίγλωσσο παιδί παρουσιάζει γλωσσική διαταραχή, η σωστή αντιμετώπιση είναι ,να δίνεται έμφαση στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στην κοινωνία που μεγαλώνει, ώστε να είναι επαρκής η κατάκτηση της για την προσαρμογή του σε αυτή. Σε αυτή την περίπτωση, η ένταξη του παιδιού σε δύο σχολεία .Σε αυτό της τυπικής εκπαίδευσης στην χώρα που μεγαλώνει και σε αυτό όπου διδάσκεται στην δεύτερη γλώσσα, συνήθως στην γλώσσα καταγωγής του ενός ή και των δύο γονιών, θα ήταν μια λάθος επιλογή. Αλλά και μία επιλογή που θα δυσχέραινε σημαντικά την θεραπευτική διαδικασία της γλωσσικής διαταραχής.

Κατάλληλος για να αξιολογήσει και να διαγνώσει εάν ένα παιδί παρουσιάζει διαταραχή λόγου και ομιλίας είναι ο λογοθεραπευτής.

Στην αξιολόγηση ατόμων με πολιτιστικές και γλωσσολογικές διαφορές είναι σημαντικό για το λογοθεραπευτή να εξακριβώσει εάν το άτομο εκδηλώνει επικοινωνιακή διαταραχή ή επικοινωνιακή διαφορά ανάμεσα στη μητρική/ κυρίαρχη γλώσσα  και στη δεύτερη γλώσσα.
Η διαταραχή μπορεί να διαγνωστεί μόνο όταν το άτομο εκδηλώνει δυσκολίες σε όλες τις γλώσσες του/της. Εάν παρουσιάζονται διαφορές μόνο όταν μιλάει στη δεύτερη γλώσσα, τότε αυτές θεωρούνται γλωσσικές διαφορές. (Καμπανάρος Μ., 2007)

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι τα δίγλωσσα παιδιά έχουν την τάση να έχουν καλύτερη επίδοση σε τεστ ‘πολλαπλών δοκιμασιών’ και να είναι καλύτερα σε θέματα προσοχής. Συχνά είναι πιο καλοί αναγνώστες και γενικά μαθαίνουν εύκολα ξένες γλώσσες (1), (2).Η Διγλωσσία λοιπόν έχει πολλά πλεονεκτήματα !Ένα σπουδαίο στοίχημα που καλείται να κερδίσει το Ελληνικό σχολείο, είναι να καταφέρνει να διαχειριστεί την διαφορετικότητα στην τάξη σε επίπεδο γλώσσας και κουλτούρας ώστε τα δίγλωσσα παιδιά να ωφεληθούν από αυτά τα πλεονεκτήματα!

(1)Marzecová, A., Asanowicz, D., Krivá, L. U., & Wodniecka, Z. (2013). The effects of bilingualism on efficiency and lateralization of attentional networks. Bilingualism: Language and Cognition, 16(03), 608-623.

(2)The source of enhanced cognitive control in bilinguals: evidence from bimodal bilinguals. by Emmorey, K., Luk, G., Pyers, J. & Bialystok, E. (2008). Psychological Science 19: 1201-1206.

 

 

Πετρίτου Σταυρούλα

Λογοθεραπεύτρια

Υπεύθυνη κέντρου ειδικών θεραπειών

“Λογοπαίζουμε”